Meaning of κράμα | Babel Free
/ˈkɾa.ma/Ορισμοί
- ένα υλικό που αποτελείται από δύο στοιχεία εκ των οποίων, το ένα είναι και μέταλλο και παρουσιάζει τις ιδιότητες αυτού του μετάλλου
-
ανάμειξη διαφόρων άλλων πραγμάτων, θεωριών κ.ά. broadly
Παραδείγματα
“※ Ο μπρούντζος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου, και ήταν το πρώτο κράμα που δημιουργήθηκε, περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν (Ελληνικό Ινστιτούτο Ανάπτυξης Χαλκού, ανακτήθηκε στις 6/11/2021 https://web.archive.org/web/20211105223236/https://copperalliance.gr/about-copper/copper-and-its-alloys/alloys/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.