Meaning of Κούβας | Babel Free
/kuˈvas/Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Κουβά) rare
- κάδος για μεταφορά υγρών, συνήθως από πλαστικό ή μέταλλο
-
ανδρικό επώνυμο rare
-
γενική ενικού του Κούβα genitive, singular
- πρόχειρη μονάδα μέτρησης όγκου
-
το μικρό αυτοκίνητο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) offensive
Ισοδύναμα
English
bucket
Παραδείγματα
“(μετωνυμία) το περιεχόμενο του κάδου”
“Χρειαζόμαστε τρεις κουβάδες νερό.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.