HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουτσός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/kuˈtsos/

Ορισμοί

  1. που έχει κάποιο πρόβλημα ή αναπηρία στο πόδι ή στα πόδια του
  2. που του λείπει κάποιο πόδι ή είναι κοντύτερο
    familiar, figuratively
  3. το κουτσό

Παραδείγματα

“Ο πατέρας μου είναι κουτσός λόγω ασθένειας.”

My father is lame because of illness.

“Το σκυλί τους είναι κουτσό και δεν μπορεί να πάει για βόλτες πια.”

Their dog is crippled and can't go for walks anymore.

“Μην κάθεσαι σ’ αυτήν την κουτσή καρέκλα. Θα πέσεις.”

Don't sit in that broken chair. You'll fall.

“Το κείμενο αυτό έχει κουτσές αράδες. Διόρθωσέ το!”

This article has crooked lines. Fix it!

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουτσός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course