Meaning of αναπηρικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με την αναπηρία
- που βοηθά τον ανάπηρο σε κάποια λειτουργία του
Παραδείγματα
“αναπηρικό καροτσακι”
wheelchair
“αναπηρική σύνταξη”
“αναπηρικό αμαξίδιο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.