Meaning of κορνέτα | Babel Free
/koɾˈne.ta/Ορισμοί
μουσικό όργανο που ανήκει στα χάλκινα πνευστά, μοιάζει με τρομπέτα και είναι συνήθως κουρδισμένο στην τονικότητα σι ύφεση
Ισοδύναμα
English
Cornet
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.