Meaning of κεφαλάρι | Babel Free
/ˌcefaˈlari/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- πηγή νερού με άφθονο νερό
- το πάνω μέρος του κρεβατιού
- πλεκτό επίθεμα στο πάνω και το κάτω μέρος της ράχης των δεμένων βιβλίων
-
το τύμπανο (ανέμη) του βαρούλκου πάνω στο οποίο τυλίγεται το σχοινί ή το συρματόσχοινο idiomatic
- κιονόκρανο
- το φουρούσι, στατικό τελείωμα κατακόρυφου στοιχείου
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.