Meaning of κελαηδώ | Babel Free
/ce.lai̯ˈðo/Ορισμοί
- κελαηδώ ή κελαηδάω
- παράγω ήχους μελωδικούς, τραγουδώ (για πουλιά)
-
μιλάω συνεχώς, φλυαρώ figuratively
-
κελαηδάω vulgar
-
μαρτυρώ, ομολογώ μετά από πίεση vulgar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ξημέρωσε ο Θεός την ήμερα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαηδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η κακή αδερφή)”
“※ Το ωραίο σωματάκι της, / όταν μπαίνω σπίτι της, / κελαηδάει / σαν να ήτανε καμπαναριό (Γιώργος Σαραντάρης, Το ωραίο σωματάκι της)”
“※ Ο πράκτορας που «κελάηδησε» (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.