καύση
Ορισμοί
-
άλλη μορφή του κάψιμο formal
- η χημική αντίδραση ενός καυσίμου με οξυγόνο και η συνακόλουθη παραγωγή ενέργειας (μηχανικής, θερμικής κ.λπ.)
- η οξείδωση του άνθρακα των τροφών και η συνακόλουθη ελάττωση του λίπους που βρίσκεται στους ιστούς
- το κάψιμο τους καυσίμου σε μια μηχανή, για την παραγωγή ενέργειας που μετατρέπεται σε κίνηση
Ισοδύναμα
34 more languages
العربيةاحتراق
Danskforbrænding
Ελληνικάανάφλεξη
Esperantobrulanta
हिन्दीज्वलंत
Magyarégés
Հայերենկիզիչ
Bahasa Indonesiapembakaran
Italianocombustione
日本語燃焼
한국어연소
മലയാളംജ്വലനം
Bahasa Melayupembakaran
Polskispalanie
Shqipzhur
Παραδείγματα
“※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free