Σημασία του καύση | Babel Free
ˈkaf.siΟρισμοί
-
άλλη μορφή του κάψιμο formal
- η χημική αντίδραση ενός καυσίμου με οξυγόνο και η συνακόλουθη παραγωγή ενέργειας (μηχανικής, θερμικής κ.λπ.)
- η οξείδωση του άνθρακα των τροφών και η συνακόλουθη ελάττωση του λίπους που βρίσκεται στους ιστούς
- το κάψιμο τους καυσίμου σε μια μηχανή, για την παραγωγή ενέργειας που μετατρέπεται σε κίνηση
Ισοδύναμα
العربية
احتراق
Dansk
forbrænding
Ελληνικά
ανάφλεξη
Esperanto
brulanta
Español
ardiente
combustión
oxidación
quema
quemado
quemamiento
reacción química
revuelta
tumulto
vorágine
हिन्दी
ज्वलंत
Magyar
égés
Հայերեն
կիզիչ
Bahasa Indonesia
pembakaran
Italiano
combustione
日本語
燃焼
한국어
연소
മലയാളം
ജ്വലനം
Bahasa Melayu
pembakaran
Polski
spalanie
Shqip
zhur
Παραδείγματα
“※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free