HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανάφλεξη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η αιφνίδια μετάδοση φλόγας
  2. η εκδήλωση φωτιάς
  3. : η παραγωγή ηλεκτρικού σπινθήρα σε κύλινδρο κινητήρα από τον αναφλεκτήρα, ή σπινθηριστή, ή το κοινώς λεγόμενο μπουζί, μέσω του συστήματος ανάφλεξης

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“Η ανάφλεξη του καυσίμου προκάλεσε τη φωτιά.”

The ignition of the fuel caused the fire.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανάφλεξη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free