Meaning of καταβρέχω | Babel Free
/ka.taˈvɾe.xo/Ορισμοί
- ρίχνω νερό κάπου με ειδική συσκευή (π.χ. καταβρεχτήρι) ή άλλο τρόπο, έτσι που να πέφτει σαν βροχή
- βρέχω τελείως κάτι ή κάποιον, τον κάνω μούσκεμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.