κασκόλ
Ορισμοί
μακρόστενο κομμάτι από ύφασμα που φοριέται τυλιγμένο γύρω από το λαιμό
Ισοδύναμα
25 more languages
Catalàsilenciador
Galegomangar
हिन्दीगुलूबंद
Magyarhangtompító
Bahasa Indonesiaknalpot
Bahasa Melayuekzos
Românătobă de eșapament
Svenskaljuddämpare
中文圍巾
繁體中文圍巾
Παραδείγματα
“※ Καπέλα και μανσόν, κασκόλ και κουμπιά μέχρι επάνω κουμπωμένα, στα γόνατα κουβέρτα , φροντίζανε να τους κρατούν ζεστούς απ' το βοριά που ερχόταν από μακριά κουβαλώντας πρώιμα τον βαρύ χειμώνα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free