Meaning of κασκόλ | Babel Free
/kaˈskol/Ορισμοί
μακρόστενο κομμάτι από ύφασμα που φοριέται τυλιγμένο γύρω από το λαιμό
Ισοδύναμα
English
Scarf
Παραδείγματα
“※ Καπέλα και μανσόν, κασκόλ και κουμπιά μέχρι επάνω κουμπωμένα, στα γόνατα κουβέρτα , φροντίζανε να τους κρατούν ζεστούς απ' το βοριά που ερχόταν από μακριά κουβαλώντας πρώιμα τον βαρύ χειμώνα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.