Meaning of κασκορσέ | Babel Free
/ka.skoɾˈse/Ορισμοί
είδος φανέλας (που φοριόταν πάνω από τον κορσέ και κάτω από το ρούχο)
dated
Παραδείγματα
“※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπαγάς, σαντακρούτα, γιακᾶς, φιλντεκός, σιρίτι, ρεβεντούκι, περκάλι, τρικό, κασκορσέ, σουζούπ, πουανιέ, τρανσπαράν, σανζάν, ἀντρεντές, πανιέ, ἀγκράφα, κορσελέ, καλότα, ταφτάς, πονζέ, μπουφάν, ἐταμίν, καλότες (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”
“άλλες μορφές: κασκορσές (αρσενικό)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.