Meaning of καρμπόν | Babel Free
Ορισμοί
- ειδικό χαρτί αλειμμένο με μελάνι, που χρησίμευε στην παραγωγή αντιγράφων (χειρόγραφων ή στη γραφομηχανή)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
που μοιάζει πολύ με κάτι άλλο figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.