Meaning of καλαμάρι | Babel Free
/ka.laˈma.ɾi/Ορισμοί
- Κεφαλόποδο μαλάκιο με μακρόστενο σώμα, τριγωνικά πτερύγια στην κάτω πλευρά του και δέκα πλοκάμια στο κεφάλι εκ των οποίων τα δύο είναι μεγαλύτερα από τα υπόλοιπα
- μικρό δοχείο που περιείχε μελάνι για γράψιμο
- ειδική θήκη όπου τοποθετούνταν πένες από καλάμι
Παραδείγματα
“※ Άρπαξε το καπέλο του και παίρνοντάς το έχυσε το καλαμάρι. Το μελάνι έσταζε σαν αίμα στο πάτωμα. (Γεώργιος Αθανασιάδης - Νόβας Σαν ένας περήφανος άντρας [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.