Meaning of κίνημα | Babel Free
/ˈci.ni.ma/Ορισμοί
- επαναστατική ενέργεια που με τη βία αποσκοπεί στην εξουσία και τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων
- ομάδα πολιτών με κοινούς (ριζοσπαστικούς ή ανατρεπτικούς) στόχους και ανάλογες παρεμβάσεις
Παραδείγματα
“το συνδικαλιστικό κίνημα (the trades union movement)”
“※ Ο Γαβριηλίδης υπήρξε σφοδρός πολέμιος των παλαιών κομμάτων και αγωνίστηκε μέσω της Ακροπόλεως για την επικράτηση του κινήματος το 1909. Επιφυλακτικός στην αρχή απέναντι του Βενιζέλου, ξεκίνησε σταδιακά την υποστήριξή του, παρόλους τους φόβους που εξέφραζε για ‘μεσσιολατρεία’ της ελληνικής κοινωνίας.”
“※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.