Meaning of θαυμασμός | Babel Free
/θav.maˈzmos/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαυμάζω
- συναίσθημα έκφρασης εκτίμησης, αναγνώρισης και επιδοκιμασίας προς κάτι που αναγνωρίζουμε ως θετικό και θαυμάζουμε
- έκπληξη, κατάπληξη, απορία, ξάφνιασμα
Ισοδύναμα
English
admiration
Παραδείγματα
“※ Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.