HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θαυμασμός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/θav.maˈzmos/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαυμάζω
  2. συναίσθημα έκφρασης εκτίμησης, αναγνώρισης και επιδοκιμασίας προς κάτι που αναγνωρίζουμε ως θετικό και θαυμάζουμε
  3. έκπληξη, κατάπληξη, απορία, ξάφνιασμα

Ισοδύναμα

English admiration

Παραδείγματα

“※ Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θαυμασμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course