Meaning of ηθικός | Babel Free
/i.θiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με την ηθική· αυτός που σχετίζεται με εγκρατή, λειτουργική, κοινωνικά αποδεκτή κι ενίοτε αξιέπαινη συμπεριφορά
-
ο ηθολογικός· σχετικός με το ήθος (είτε ως συμπεριφορά είτε ως ηθική) formal, rare
- που μελετά το καλό και το κακό
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.