HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευάλωτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/eˈva.lo.tos/

Ορισμοί

  1. που κυριεύεται εύκολα
  2. που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση

Παραδείγματα

“※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)”
“※ Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευάλωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course