HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επίδομα | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/eˈpi.ðo.ma/

Ορισμοί

  1. η αμοιβή που παίρνει επιπρόσθετα κάποιος εργαζόμενος για κάποιο λόγο
  2. το γενικότερο (οικονομικό ή άλλο) βοήθημα

Ισοδύναμα

English benefit pension

Παραδείγματα

“το επίδομα πολυτέκνου, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας”
“※ Στόχος του Σχεδίου Δράσης πρόληψης και αντιμετώπισης της έλλειψης στέγης αποτελεί η προσπάθεια μετατροπής της έννοιας της αστεγίας και της υποστηρικτικής διαδικασίας, σε μια ενέργεια η οποία δεν μετατρέπει τους αστέγους σε παθητικούς αποδέκτες κοινωνικών υπηρεσιών και επιδομάτων, δεν τους ιδρυματοποιεί σε κλειστές δομές μακροχρόνιας φιλοξενίας, αλλά τους καθιστά ενεργούς πολίτες, στον άξονα μιας συνολικής προσπάθειας επανένταξής τους στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. (Σχέδιο Δράσης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης, εφημ. Ο Χρόνος Κοζάνης, 22/9/2023 https://xronos-kozanis.gr/schedio-drasis-gia-tin-prolipsi-kai-antimetopisi-tis-elleipsis-stegis/)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επίδομα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course