Meaning of επιδομή | Babel Free
/e.pi.ðoˈmi/Ορισμοί
-
ό,τι κτίζεται πάνω από άλλο προϋπάρχον κτίσμα ή θεμέλια formal
-
η σιδηροδρομική γραμμή καθώς και τα τεχνικά και χωματουργικά έργα που είναι απαραίτητα για το στρώσιμό της especially
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.