επιδόματα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδομα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα επιδόματα ανεργίας αυξήθηκαν φέτος.”
The unemployment benefits increased this year.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free