Meaning of ελιά | Babel Free
/e.ˈʎa/Ορισμοί
- αιωνόβιο και αειθαλές δένδρο με στιλπνά ωοειδή φύλλα, στρεβλό (συνήθως) κορμό, με γκρίζο φλοιό και καρπό ωοειδούς σχήματος και πράσινο και σκληρό περικάρπιο, που, όταν ωριμάσει, μαυρίζει και μαλακώνει. Καλλιεργείται κυρίως στις μεσογειακές χώρες
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ελιάς)
- ο καρπός του ομώνυμου δέντρου, που γίνεται βρώσιμος με ποικίλες ειδικές επεξεργασίες και είναι η πηγή για το μαγειρικό λάδι
- μελανόχρωμη κηλίδα του δέρματος που συνήθως εξέχει κι οφείλεται στην υπερβολική έκκριση μελανίνης
- το κρέας από το σβέρκο βοοειδών, ο σβέρκος
- βουβώνας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“※ Αναφέρεται επίσης ότι οι στρεμματικές αποδόσεις σε κρασί και λάδι είναι μικρότερες από τις συνήθεις. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα της κακής σοδειάς (ειδικά για το λάδι, μια που οι ελιές παράγουν κάθε δεύτερο χρόνο) (Δημήτρης Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί, εκδ. ΕΚΚΕ, 1987, σελ. 33)”
“Η θεά Αθηνά δώρισε στους Αθηναίους ένα κλαδί ελιάς.”
“Μου αρέσουν οι μαύρες ελιές.”
“έχει μια ελιά στο μάγουλο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.