HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δραστικός

Επίθετο αρσενικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. που αναπτύσσει δράση ώστε να φέρει άμεσα αποτελέσματα
  2. που ενεργεί, που έχει επίδραση πάνω σε κάτι, σε αντιδιαστολή με κάτι αδρανές

Ισοδύναμα

30 more languages

Παραδείγματα

“δραστικό συστατικό”

active ingredient

“θα πάρουμε δραστικά μέτρα”
“αυτό το φάρμακο περιέχει τα εξής δραστικά συστατικά...”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δραστικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free