HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διχόνοια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ðiˈxo.ni.a

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. η διάσταση απόψεων ή συμφερόντων που υπάρχει ανάμεσα σε δύο μέρη και η συνακόλουθη διχογνωμία και εχθρότητα που προκύπτει απ’ αυτή

Ισοδύναμα

8 more languages

Παραδείγματα

“Η διχόνοια ανάμεσά τους κατέστρεψε τη συνεργασία.”

The discord between them destroyed the cooperation.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διχόνοια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free