Σημασία του διέγερση | Babel Free
ðiˈe.ʝeɾ.siΟρισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεγείρω
- η ενεργοποίηση και η αντίδραση κάποιου με την πρόκληση ενός ερεθίσματος
-
το να συνεπαίρνεις κάποιον, να τον ενθουσιάζεις figuratively
-
η σεξουαλική πρόκληση κάποιου και η γέννηση ή αύξηση της σεξουαλικής του επιθυμίας especially
- η αναστάτωση και η παθολογική κινητικότητα κάποιου
Ισοδύναμα
العربية
ثوران
বাংলা
উত্তেজনা
Català
excitació
Español
excitación
Gaeilge
spreagadh
Galego
relouco
Italiano
eccitazione
日本語
励起
Latina
excitatio
Română
excitare
Українська
збу́дження
Tiếng Việt
kích thích
Παραδείγματα
“Η διέγερση των νεύρων προκαλεί την κίνηση των μυών.”
The stimulation of the nerves causes muscle movement.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free