Meaning of διεγερσιμότητα | Babel Free
/ði.e.ʝeɾ.siˈmo.ti.ta/Ορισμοί
το να μπορεί κάποιος να διεγερθεί, η ικανότητα κάποιου να διεγείρεται
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: εγερσιμότητα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.