Meaning of δαγκάνα | Babel Free
Ορισμοί
- η λαβίδα των Καρκινοειδών (αστακοί, καβούρια κτλ) με την οποία συλλαμβάνουν την τροφή τους
-
η τανάλια, η τσιμπίδα figuratively
- η δαγκάνα των φρένων
Ισοδύναμα
CA
mandíbula
Ελληνικά
κάτω γνάθος
EO
mandiblo
ET
alalõualuu
Français
mandibule
IS
neðri kjálki
Italiano
mandibola
Polski
żuchwa
TA
தாடை
TE
హనువు
Παραδείγματα
“τον έπιασε η εφορία στις δαγκάνες της”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.