δέσμιος
Ορισμοί
- δεμένος με χειροπέδες ή άλλα δεσμά, κρατούμενος
-
που είναι υποταγμένος σε κάτι, εξαρτημένος από κάτι ή κάποιον figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free