Meaning of γύφτος | Babel Free
/ˈʝi.ftos/Ορισμοί
-
ο τσιγγάνος offensive
- ανδρικό επώνυμο
-
άτομο που ζει σε χώρο ακατάστατο και βρόμικο figuratively
-
πολύ μελαψός άνθρωπος figuratively
-
ο σιδεράς dated, idiomatic
-
οργανοπαίχτης dated, idiomatic
Παραδείγματα
“※ Όλους αυτούς τους έστρωσε λίγο-πολύ, όσο μπορεί να ισιώσει ο γύφτος ένα σίδερο στραβό χτυπώντας το στο αμόνι (Σωτήρης Πατατζής Κάιζερ! Κάιζερ! [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.