Meaning of γεννάω | Babel Free
/ʝeˈna.o/Ορισμοί
- φέρνω στον κόσμο μια νέα ζωή
- κάνω αβγά
-
δημιουργώ κάτι, παράγω εξ αρχής figuratively
- παθητική φωνή γεννιέμαι: έχω εκ φύσεως μια προδιάθεση ή μια ικανότητα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.