HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γεννάω — definition

Conjugation of γεννάω

Regular CEFR C2
ʝeˈna.o

παθητική φωνή γεννιέμαι: έχω εκ φύσεως μια προδιάθεση ή μια ικανότητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γεννάω
εσύ γεννάς
αυτός / αυτή / αυτό γεννάει
εμείς γεννάμε
εσείς γεννάτε
αυτοί / αυτές / αυτά γεννάνε
Παρατατικός
εγώ γεννούσα
εσύ γεννούσες
αυτός / αυτή / αυτό γεννούσε
εμείς γεννούσαμε
εσείς γεννούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γεννούσαν
Αόριστος
εγώ γέννησα
εσύ γέννησες
αυτός / αυτή / αυτό γέννησε
εμείς γεννήσαμε
εσείς γεννήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γέννησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γεννήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γεννήσω
εσύ γεννήσεις
αυτός / αυτή / αυτό γεννήσει
εμείς γεννήσουμε
εσείς γεννήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γεννήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γέννα
εσείς γεννάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γέννησε
εσείς γεννήστε
Απαρέμφατο αορίστου
γεννήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γεννιέμαι
εσύ γεννιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό γεννιέται
εμείς γεννιόμαστε
εσείς γεννιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά γεννιούνται
Παρατατικός
εγώ γεννιόμουν
εσύ γεννιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γεννιόταν
εμείς γεννιόμασταν
εσείς γεννιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γεννιόνταν
Αόριστος
εγώ γεννήθηκα
εσύ γεννήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό γεννήθηκε
εμείς γεννηθήκαμε
εσείς γεννηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γεννήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γεννηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γεννηθώ
εσύ γεννηθείς
αυτός / αυτή / αυτό γεννηθεί
εμείς γεννηθούμε
εσείς γεννηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γεννηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γεννιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γεννήσου
εσείς γεννηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γεννηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary