Meaning of βουλώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
κλείνω στεγανά ένα δοχείο χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα transitive
-
γεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό transitive
-
για αγωγό που είναι φραγμένος σε κάποιο σημείο intransitive
-
κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου figuratively
- υβριστικό, αγενές) σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα»)
Ισοδύναμα
English
Clog
Παραδείγματα
“Βούλωσε ο νεροχύτης.”
The sink is clogged.
“Έχω βουλωμένη μύτη.”
I've a stuffy nose.
“Δεν ξέρεις πότε να το βουλώνεις, έτσι;”
You don't know when to shut up, do you?
“Διαβάζω βουλωμένο γράμμα.”
I can read between the lines.
“ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα”
“(μεταφορικά) προσπαθώ να αντιμετωπίσω κάποιες ανάγκες”
“κάνουμε οικονομία για να βουλώσουμε καμιά τρύπα”
“βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο”
“βουλώνουν τα αφτιά μου: υπάρχει υγρό στον ακουστικό πόρο και δεν ακούω καλά”
“πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα”
“θα το βουλώσεις επιτέλους;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.