HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βουλώνω — definition

Conjugation of βουλώνω

Regular CEFR B1

υβριστικό, αγενές) σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα») Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουλώνω
εσύ βουλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό βουλώνει
εμείς βουλώνουμε
εσείς βουλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλώνουν
Παρατατικός
εγώ βούλωνα
εσύ βούλωνες
αυτός / αυτή / αυτό βούλωνε
εμείς βουλώναμε
εσείς βουλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά βούλωναν
Αόριστος
εγώ βούλωσα
εσύ βούλωσες
αυτός / αυτή / αυτό βούλωσε
εμείς βουλώσαμε
εσείς βουλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βούλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουλώσω
εσύ βουλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό βουλώσει
εμείς βουλώσουμε
εσείς βουλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βούλωνε
εσείς βουλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βούλωσε
εσείς βουλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
βουλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βουλώνομαι
εσύ βουλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βουλώνεται
εμείς βουλωνόμαστε
εσείς βουλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλώνονται
Παρατατικός
εγώ βουλωνόμουν
εσύ βουλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βουλωνόταν
εμείς βουλωνόμασταν
εσείς βουλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βουλώνονταν
Αόριστος
εγώ βουλώθηκα
εσύ βουλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βουλώθηκε
εμείς βουλωθήκαμε
εσείς βουλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βουλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βουλωθώ
εσύ βουλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό βουλωθεί
εμείς βουλωθούμε
εσείς βουλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βουλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βουλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βουλώσου
εσείς βουλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βουλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary