Conjugation of βουλώνω
υβριστικό, αγενές) σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό (με την αντωνυμία «το» εννοείται το «στόμα») Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βουλώνω |
| εσύ | βουλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουλώνει |
| εμείς | βουλώνουμε |
| εσείς | βουλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | βούλωνα |
| εσύ | βούλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βούλωνε |
| εμείς | βουλώναμε |
| εσείς | βουλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βούλωναν |
Αόριστος
| εγώ | βούλωσα |
| εσύ | βούλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βούλωσε |
| εμείς | βουλώσαμε |
| εσείς | βουλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βούλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βουλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βουλώσω |
| εσύ | βουλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουλώσει |
| εμείς | βουλώσουμε |
| εσείς | βουλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βούλωνε |
| εσείς | βουλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βούλωσε |
| εσείς | βουλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βουλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βουλώνομαι |
| εσύ | βουλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουλώνεται |
| εμείς | βουλωνόμαστε |
| εσείς | βουλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | βουλωνόμουν |
| εσύ | βουλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουλωνόταν |
| εμείς | βουλωνόμασταν |
| εσείς | βουλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | βουλώθηκα |
| εσύ | βουλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουλώθηκε |
| εμείς | βουλωθήκαμε |
| εσείς | βουλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βουλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βουλωθώ |
| εσύ | βουλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βουλωθεί |
| εμείς | βουλωθούμε |
| εσείς | βουλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βουλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βουλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βουλώσου |
| εσείς | βουλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βουλωθεί |