Σημασία του βαρελότο | Babel Free
vaɾeˈlotoΟρισμοί
εκρηκτική συσκευή μικρής ισχύος που παράγει ισχυρό κρότο και χρησιμοποιείται συνήθως σε εορτασμούς
Ισοδύναμα
Deutsch
Böller
Chaise
Feuerwerkskörper
Hitzkopf
Klapperkiste
Knaller
Knallfrosch
Knallkörper
Kracher
Schrottkiste
Schrottmühle
Schüssel
Wurstbrötchen
Suomi
autonrämä
autonromu
autonrotisko
bängeri
jengiläinen
kottero
makkara
paukkupommi
sähikäinen
tulisielu
Kurdî
banger
Svenska
rishög
ไทย
พลุ
Türkçe
kestane fişeği
Tiếng Việt
hoả pháo
Παραδείγματα
“Τρεις αμερικανοί τραυματίστηκαν σοβαρά και άλλα τέσσερα άτομα ελαφρότερα, όταν άγνωστος έριξε αυτοσχέδιο βαρελότο σε Ναό στη Οία της Σαντορίνης το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free