HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αχιβάδα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/a.çiˈva.ða/

Ορισμοί

  1. οστρακοφόρο μαλάκιο
  2. αντικείμενο σε σχήμα αχιβάδας

Παραδείγματα

“※ Ή τα ψάρια του κλέβανε τα δολώματα ή το παραγάδι έπεφτε σε ξερότοπο και δεν έβρισκε μήτε αχιβάδα (Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνική Ανθολογία, τόμος 1, εκδ. Οργανισμός Πελοποννησιακών Εκδόσεων «Η βιβλιοεμπορική», 1995, σελ. 222)”
“※ ιδίως όταν βλέπεις κάθε ώρα γύρω σου τόσα άλλα τουμπανιασμένα πόδια να ξεχειλίζουν στραβά από ένα ξυλιασμένο καμπουριαστό υπόδημα που έχει ανοίξει σαν αχιβάδα χωρίς τίποτα πια να μπορεί να προστατέψει (Η μεσοπολεμικη πεζογραφια από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 78)”
“※ Μια ανάσα μόλις, σαν από αρχαίο κοχύλι μουντή, και το πρόσωπο μια αχιβάδα που μάζεψε πολύ ήλιο από αιώνες (Γιώργος Αριστήνος, Περιπέτεια, Εκδὀσεις Καστανιώτη, 1984, σελ. 102)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αχιβάδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course