Σημασία του αφανής | Babel Free
a.faˈnisΟρισμοί
- αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες
- αστέρας που παραμένει κάτω από τον ορίζοντα της θέσης του παρατηρητή όλο το εικοσιτετράωρο και δεν του είναι ορατός
- αφανής ναύτης (γενική ονομασία μνημείου αγνοούμενου ναύτη ή ναυτών)
- εκείνος που δεν προβάλλεται, που δεν τον φέρνει κάποιος στο προσκήνιο ή που μένει στη σκιά από δική του διακριτικότητα ή και για άλλους σκοπούς
Ισοδύναμα
Ελληνικά
αδίδακτος
αδόξαστος
αθώρητος
ανίδωτος
αόρατος
ασίγητος
ατραγούδιστος
αφανέρωτος
άψαλτος
παραγνωρισμένος
Español
invisible
Македонски
неопеан
Українська
невидимий
Παραδείγματα
“αφανείς αστερισμοί ονομάζονται στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης οι αστερισμοί που είναι ορατοί μόνο από το Νότιο ημισφαίριο.”
“δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους μικρούς αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.”
“αφανείς εταίροι (σε επιχειρήσεις)”
“Το φανερό και το αφανές στοιχείο της ταυτότητας (Καθημερινή, 7/11/2003)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free