Meaning of αφανής | Babel Free
/a.faˈnis/Ορισμοί
- αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες
- αστέρας που παραμένει κάτω από τον ορίζοντα της θέσης του παρατηρητή όλο το εικοσιτετράωρο και δεν του είναι ορατός
- αφανής ναύτης (γενική ονομασία μνημείου αγνοούμενου ναύτη ή ναυτών)
- εκείνος που δεν προβάλλεται, που δεν τον φέρνει κάποιος στο προσκήνιο ή που μένει στη σκιά από δική του διακριτικότητα ή και για άλλους σκοπούς
Παραδείγματα
“αφανείς αστερισμοί ονομάζονται στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης οι αστερισμοί που είναι ορατοί μόνο από το Νότιο ημισφαίριο.”
“δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους μικρούς αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.”
“αφανείς εταίροι (σε επιχειρήσεις)”
“Το φανερό και το αφανές στοιχείο της ταυτότητας (Καθημερινή, 7/11/2003)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.