Meaning of ασύδοτος | Babel Free
Ορισμοί
- που είναι απαλλαγμένος φόρων
-
αυτός που εκφράζεται ή ενεργεί ανεξέλεγκτα figuratively
Παραδείγματα
“η συμπεριφορά των ασύδοτων κερδοσκόπων”
“Ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐσώθη ἀπὸ τοὺς ὄνυχάς των. Καὶ ὅλον τὸν καιρὸν ὕστερον ἐξηκολούθησε νὰ κάμνη μάγια, μάγια ἐναντίον τῶν κλεφτῶν, καὶ νὰ φέρνη εἰς αὐτοὺς πολλὰ μπλιπ μπλιπ μπλιπ, ὥστε πουθενὰ πλέον δὲν ὑπῆρχε πλιάτσικο - ἐωσότου, ἔδωκεν ὁ Θεὸς καὶ ἡσύχασαν τὰ πράγματα, καὶ ὁ Σουλτάνος Μαχμοὺτ ἐχάρισε, καθὼς λέγουν, τὰ «Διαβολονήσια» εἰς τὴν Ἑλλάδα, κ' ἔκτοτε ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἀσύδοτα. Τὴν πλιατσικολογίαν διεδέχθη ἡ φορολογία, καὶ ἔκτοτε ὅλος ὁ περιούσιος λαὸς ἐξακολουθεῖ νὰ δουλεύη διὰ τὴν μεγάλην κεντρικὴν γαστέρα, τὴν «ὦτα οὐκ ἔχουσαν». (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Α)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.