Meaning of ακαταδίωκτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει καταδιωχτεί ή δεν μπορεί να καταδιωχτεί
- που δεν του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή την έχει διαφύγει
- ακαταδίωκτο: το να είναι κάποιος ακαταδίωκτος
Παραδείγματα
“Το κυριότερο όμως είναι ότι γύρω από άτομα που ζουν στους… απροσπέλαστους καταυλισμούς δημιουργείται ένα ολόκληρο «σύστημα προστασίας». Κι αυτό γιατί διαθέτουν -και την περίοδο της κρίσης- μεγάλα χρηματικά ποσά από την εγκληματική δραστηριότητά τους. Έτσι ώστε να συνεχίζουν το εμπόριο ναρκωτικών και να ενισχύουν την αίσθηση ακαταδίωκτου. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.