HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακαταδίωκτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει καταδιωχτεί ή δεν μπορεί να καταδιωχτεί
  2. που δεν του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή την έχει διαφύγει
  3. ακαταδίωκτο: το να είναι κάποιος ακαταδίωκτος

Παραδείγματα

“Το κυριότερο όμως είναι ότι γύρω από άτομα που ζουν στους… απροσπέλαστους καταυλισμούς δημιουργείται ένα ολόκληρο «σύστημα προστασίας». Κι αυτό γιατί διαθέτουν -και την περίοδο της κρίσης- μεγάλα χρηματικά ποσά από την εγκληματική δραστηριότητά τους. Έτσι ώστε να συνεχίζουν το εμπόριο ναρκωτικών και να ενισχύουν την αίσθηση ακαταδίωκτου. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακαταδίωκτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course