Meaning of ασφαλίζω | Babel Free
/a.sfaˈli.zo/Ορισμοί
- θέτω σε λειτουργία κάποιο μηχανισμό ασφάλειας
- συνάπτω συμβόλαιο ως συμβαλλόμενος ή ως ασφαλιστής· σε περίπτωση που συμβεί ένα ατύχημα, το οποίο προβλέπεται στο συμβόλαιο, ο συμβαλλόμενος ή ο δικαιούχος παίρνει κάποια αποζημίωση
Ισοδύναμα
English
Insure
Παραδείγματα
“έχει ασφαλίσει το σπίτι του για φωτιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.