Conjugation of ασφαλίζω
a.sfaˈli.zoσυνάπτω συμβόλαιο ως συμβαλλόμενος ή ως ασφαλιστής· σε περίπτωση που συμβεί ένα ατύχημα, το οποίο προβλέπεται στο συμβόλαιο, ο συμβαλλόμενος ή ο δικαιούχος παίρνει κάποια αποζημίωση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ασφαλίζω |
| εσύ | ασφαλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφαλίζει |
| εμείς | ασφαλίζουμε |
| εσείς | ασφαλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφαλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ασφάλιζα |
| εσύ | ασφάλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφάλιζε |
| εμείς | ασφαλίζαμε |
| εσείς | ασφαλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφάλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ασφάλισα |
| εσύ | ασφάλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφάλισε |
| εμείς | ασφαλίσαμε |
| εσείς | ασφαλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφάλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ασφαλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ασφαλίσω |
| εσύ | ασφαλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφαλίσει |
| εμείς | ασφαλίσουμε |
| εσείς | ασφαλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφαλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ασφάλιζε |
| εσείς | ασφαλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ασφάλισε |
| εσείς | ασφαλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ασφαλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ασφαλίζομαι |
| εσύ | ασφαλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφαλίζεται |
| εμείς | ασφαλιζόμαστε |
| εσείς | ασφαλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφαλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ασφαλιζόμουν |
| εσύ | ασφαλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφαλιζόταν |
| εμείς | ασφαλιζόμασταν |
| εσείς | ασφαλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφαλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ασφαλίστηκα |
| εσύ | ασφαλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφαλίστηκε |
| εμείς | ασφαλιστήκαμε |
| εσείς | ασφαλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφαλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ασφαλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ασφαλιστώ |
| εσύ | ασφαλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασφαλιστεί |
| εμείς | ασφαλιστούμε |
| εσείς | ασφαλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασφαλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ασφαλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ασφαλίσου |
| εσείς | ασφαλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ασφαλιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.