HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασφαλίζω — definition

Conjugation of ασφαλίζω

Regular CEFR B2
a.sfaˈli.zo

συνάπτω συμβόλαιο ως συμβαλλόμενος ή ως ασφαλιστής· σε περίπτωση που συμβεί ένα ατύχημα, το οποίο προβλέπεται στο συμβόλαιο, ο συμβαλλόμενος ή ο δικαιούχος παίρνει κάποια αποζημίωση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασφαλίζω
εσύ ασφαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ασφαλίζει
εμείς ασφαλίζουμε
εσείς ασφαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφαλίζουν
Παρατατικός
εγώ ασφάλιζα
εσύ ασφάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό ασφάλιζε
εμείς ασφαλίζαμε
εσείς ασφαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφάλιζαν
Αόριστος
εγώ ασφάλισα
εσύ ασφάλισες
αυτός / αυτή / αυτό ασφάλισε
εμείς ασφαλίσαμε
εσείς ασφαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασφαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασφαλίσω
εσύ ασφαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ασφαλίσει
εμείς ασφαλίσουμε
εσείς ασφαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ασφάλιζε
εσείς ασφαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασφάλισε
εσείς ασφαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ασφαλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασφαλίζομαι
εσύ ασφαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ασφαλίζεται
εμείς ασφαλιζόμαστε
εσείς ασφαλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφαλίζονται
Παρατατικός
εγώ ασφαλιζόμουν
εσύ ασφαλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ασφαλιζόταν
εμείς ασφαλιζόμασταν
εσείς ασφαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ασφαλίζονταν
Αόριστος
εγώ ασφαλίστηκα
εσύ ασφαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ασφαλίστηκε
εμείς ασφαλιστήκαμε
εσείς ασφαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφαλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασφαλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασφαλιστώ
εσύ ασφαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ασφαλιστεί
εμείς ασφαλιστούμε
εσείς ασφαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασφαλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασφαλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασφαλίσου
εσείς ασφαλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ασφαλιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary