Meaning of αράπης | Babel Free
/aˈɾapis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο άνθρωπος με μαύρο δέρμα (Αφρικανός ή αφρικανικής καταγωγής) και, γενικότερα, αυτός που έχει πολύ σκούρα επιδερμίδα, που είναι πολύ μελαμψός offensive
-
αυτός που είναι πολύ μαυρισμένος (από έκθεση στον ήλιο, εργασία με υλικά όπως το κάρβουνο κ.λπ. -συνήθως συντάσσεται με το σαν) broadly
-
ο Άραβας vulgar
-
ο χώρος απομόνωσης των φυλακών dated, slang
Παραδείγματα
“Ήταν ένας αράπης στην παραλία που πούλαγε CD.”
There was a nigger selling CDs on the beach.
“Φάε το φαΐ σου, γιατί θα φωνάξω τον αράπη!”
Eat your food or I'll call Arapis!
“※ Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξαν δεσμωτήριο εκατοντάδων αντιστασιακών (οι μελλοθάνατοι περνούσαν την τελευταία τους νύχτα έξω από το κυρίως κτίριο, σε ιδιαίτερο κελί, το λεγόμενο Αράπης) (από το άρθρο «Οι φυλακές Αβέρωφ (1892-1971)», tvxs.gr (11-12 Μαΐου 2013)· πρόσβαση: 2019-10-12).”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.