HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αράπης | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/aˈɾapis/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ο άνθρωπος με μαύρο δέρμα (Αφρικανός ή αφρικανικής καταγωγής) και, γενικότερα, αυτός που έχει πολύ σκούρα επιδερμίδα, που είναι πολύ μελαμψός
    offensive
  3. αυτός που είναι πολύ μαυρισμένος (από έκθεση στον ήλιο, εργασία με υλικά όπως το κάρβουνο κ.λπ. -συνήθως συντάσσεται με το σαν)
    broadly
  4. ο Άραβας
    vulgar
  5. ο χώρος απομόνωσης των φυλακών
    dated, slang

Παραδείγματα

“Ήταν ένας αράπης στην παραλία που πούλαγε CD.”

There was a nigger selling CDs on the beach.

“Φάε το φαΐ σου, γιατί θα φωνάξω τον αράπη!”

Eat your food or I'll call Arapis!

“※ Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξαν δεσμωτήριο εκατοντάδων αντιστασιακών (οι μελλοθάνατοι περνούσαν την τελευταία τους νύχτα έξω από το κυρίως κτίριο, σε ιδιαίτερο κελί, το λεγόμενο Αράπης) (από το άρθρο «Οι φυλακές Αβέρωφ (1892-1971)», tvxs.gr (11-12 Μαΐου 2013)· πρόσβαση: 2019-10-12).”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αράπης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course