αποτελώ
Ορισμοί
- είμαι, συνιστώ
-
είμαι μέρος ή μέλος ενός συνόλου singular-only
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of αποτελώ.
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةتألف
Bosanskičinitisačinitisačinjavatisadržatisadržavatisastojatiсадржаватисадржатисастојатисачинитисачињаватискладатичинити
Danskbestå af
עבריתהיווה
Hrvatskičinitisačinitisačinjavatisadržatisadržavatisastojatiсадржаватисадржатисастојатисачинитисачињаватискладатичинити
Bahasa Indonesiaterdirilah
Italianorappresentare
한국어구성하다
Русскийосновывать
Παραδείγματα
“Η παρατεταμένη απομόνωση αποτελεί ύψιστο κίνδυνο για την ψυχολογική υγεία.”
“Η ατομική θεωρία του Δημοκρίτου αποτέλεσε σημαντική βάση για την σημερινή επιστήμη.”
“Επτά ημέρες αποτελούν την εβδομάδα.”
“(στην παθητική φωνή, με από)”
“Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από πολλά κύτταρα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free