HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποτελώ — definition

Conjugation of αποτελώ

Regular CEFR C2
a.po.teˈlo

είμαι μέρος ή μέλος ενός συνόλου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποτελώ
εσύ αποτελείς
αυτός / αυτή / αυτό αποτελεί
εμείς αποτελούμε
εσείς αποτελείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελούν
Παρατατικός
εγώ αποτελούσα
εσύ αποτελούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποτελούσε
εμείς αποτελούσαμε
εσείς αποτελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελούσαν
Αόριστος
εγώ αποτέλεσα
εσύ αποτέλεσες
αυτός / αυτή / αυτό αποτέλεσε
εμείς αποτελέσαμε
εσείς αποτελέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτέλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτελέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποτελέσω
εσύ αποτελέσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποτελέσει
εμείς αποτελέσουμε
εσείς αποτελέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποτελείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποτέλεσε
εσείς αποτελέστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποτελέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποτελούμαι
εσύ αποτελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποτελείται
εμείς αποτελούμαστε
εσείς αποτελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αποτελούνταν
εμείς αποτελούμασταν
εσείς [αποτελούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελούνταν
Αόριστος
εγώ αποτελέστηκα
εσύ αποτελέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποτελέστηκε
εμείς αποτελεστήκαμε
εσείς αποτελεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτελεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποτελεστώ
εσύ αποτελεστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποτελεστεί
εμείς αποτελεστούμε
εσείς αποτελεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτελεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποτελείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποτελέσου
εσείς αποτελεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποτελεστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary