Meaning of απορρέω | Babel Free
/a.poˈɾe.o/Ορισμοί
προέρχομαι από κάπου, πηγάζω, εκπηγάζω, προκύπτω
figuratively, literally
Παραδείγματα
“※ Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο επίτροπος για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τις Διαπραγματεύσεις Διεύρυνσης, Johannes Hahn, η Ε.Ε. έχει καλέσει την Τουρκία «να σεβαστεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων καλής γειτονίας καθώς και του σεβασμού στις εσωτερικές δικαστικές διαδικασίες των κρατών μελών». (www.efsyn.gr, 27.02.2017)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.