Σημασία του αποκόπτω | Babel Free
a.poˈko.ptoΟρισμοί
- κόβω κάτι χωρίζοντάς το απ’ το υπόλοιπο τμήμα
-
χωρίζω, αποχωρίζω figuratively
-
αποκόπτομαι: υφίσταμαι αποκοπή passive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of αποκόπτω.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free