απαγορεύω
Ορισμοί
αρνούμαι ή εμποδίζω κάποιον να κάνει κάποια ενέργεια έχοντας την ανάλογη εξουσία ή το απαιτούμενο κύρος
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of απαγορεύω.
Ισοδύναμα
34 more languages
Παραδείγματα
“Απαγορεύω αυστηρά να μπαίνει κανείς σε αυτό το δωμάτιο.”
I strictly forbid anyone to enter this room.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free