Σημασία του ανύψωση | Babel Free
aˈni.pso.siΟρισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω
-
τοποθέτηση πιο ψηλά literally
-
βελτίωση του ποιοτικού επιπέδου figuratively
-
έκφραση καλών λόγων figuratively
- η μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται
- φωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u]
Ισοδύναμα
العربية
رفع
Български
лифтинг
עברית
הגבהה
Italiano
elevazione
evocazione
innalzamento
lifting
raccolta
raccolta
raccolta
rilancio
rilancio
ritidectomia
ritidoplastica
sollevamento
한국어
게양
Kurdî
hub
Português
lifting
Svenska
lyftning
ไทย
อุทธรณ์
Παραδείγματα
“(Χρειάζεται παράδειγμα)”
“σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]”
“στην μεσαιωνική ελληνική κωνώπιον /koˈno.pi.on/ > κουνούπιον [kuˈnu.pi.on]”
“στην αττική διάλεκτο η κατάληξη -ης στην γενική ενικού των ονομάτων της πρώτης κλίσης ήταν -ου [uː], από το παλαιότερο -ω, [ɔː] που υπάρχει στον Όμηρο και στην δωρική διάλεκτο. Αυτό το -ω προέκυψε από κράση του -ᾱο σε ω.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free