Meaning of ανύψωση | Babel Free
/aˈni.pso.si/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω
-
τοποθέτηση πιο ψηλά literally
-
βελτίωση του ποιοτικού επιπέδου figuratively
-
έκφραση καλών λόγων figuratively
- η μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται
- φωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u]
Παραδείγματα
“(Χρειάζεται παράδειγμα)”
“σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]”
“στην μεσαιωνική ελληνική κωνώπιον /koˈno.pi.on/ > κουνούπιον [kuˈnu.pi.on]”
“στην αττική διάλεκτο η κατάληξη -ης στην γενική ενικού των ονομάτων της πρώτης κλίσης ήταν -ου [uː], από το παλαιότερο -ω, [ɔː] που υπάρχει στον Όμηρο και στην δωρική διάλεκτο. Αυτό το -ω προέκυψε από κράση του -ᾱο σε ω.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.