HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανύψωση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/aˈni.pso.si/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω
  2. τοποθέτηση πιο ψηλά
    literally
  3. βελτίωση του ποιοτικού επιπέδου
    figuratively
  4. έκφραση καλών λόγων
    figuratively
  5. η μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται
  6. φωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u]

Παραδείγματα

“(Χρειάζεται παράδειγμα)”
“σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]”
“στην μεσαιωνική ελληνική κωνώπιον /koˈno.pi.on/ > κουνούπιον [kuˈnu.pi.on]”
“στην αττική διάλεκτο η κατάληξη -ης στην γενική ενικού των ονομάτων της πρώτης κλίσης ήταν -ου [uː], από το παλαιότερο -ω, [ɔː] που υπάρχει στον Όμηρο και στην δωρική διάλεκτο. Αυτό το -ω προέκυψε από κράση του -ᾱο σε ω.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανύψωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course