Σημασία του αντηρίδα | Babel Free
an.diˈɾi.ðaΟρισμοί
- τοίχος που κτίζεται κάθετα προς κάποιον άλλο τοίχο, τον οποίο και στηρίζει
- τοιχάκι που συγκρατεί το χώμα σε κατωφέρεια
- : ≈ συνώνυμα: ξερολιθιά, σκάλα
- δοκάρι ή άλλη κατασκευή που μπαίνει ως υποστήριγμα σε κάποιο οικοδόμημα
- βουνοκορφή που προεξέχει σε διαφορετική κατεύθυνση από άλλες βουνοκορφές της οροσειράς
- φυτικός βλαστός ομόρριζος με τον κεντρικό βλαστό και δίπλα σ’ αυτόν
Ισοδύναμα
العربية
صلب
Polski
mifepriston
ostoja
podparcie
podpierać
podpora
podtrzymać
podtrzymywać
rekwizyt
skarpa
stempel
żebrowy
ไทย
หนุน
Tiếng Việt
㐌
Παραδείγματα
“※ Ολοκληρώθηκαν, ακόμη, οι εργασίες αντιστήριξης με την προσθήκη υποστυλωμάτων στον πρώτο χώρο και ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν οριζόντιες αντηρίδες στον δεύτερο, προκειμένου να προχωρήσει η αποχωμάτωση. (Αμφίπολη: Αποκαλύφθηκαν τα μαρμάρινα βάθρα πάνω στα οποία πατούν οι Καρυάτιδες εφημερίδα Το Βήμα 30 Σεπτεμβρίου 2014)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free