αντηρίδα
Ορισμοί
- τοίχος που κτίζεται κάθετα προς κάποιον άλλο τοίχο, τον οποίο και στηρίζει
- τοιχάκι που συγκρατεί το χώμα σε κατωφέρεια
- : ≈ συνώνυμα: ξερολιθιά, σκάλα
- δοκάρι ή άλλη κατασκευή που μπαίνει ως υποστήριγμα σε κάποιο οικοδόμημα
- βουνοκορφή που προεξέχει σε διαφορετική κατεύθυνση από άλλες βουνοκορφές της οροσειράς
- φυτικός βλαστός ομόρριζος με τον κεντρικό βλαστό και δίπλα σ’ αυτόν
Παραδείγματα
“※ Ολοκληρώθηκαν, ακόμη, οι εργασίες αντιστήριξης με την προσθήκη υποστυλωμάτων στον πρώτο χώρο και ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν οριζόντιες αντηρίδες στον δεύτερο, προκειμένου να προχωρήσει η αποχωμάτωση. (Αμφίπολη: Αποκαλύφθηκαν τα μαρμάρινα βάθρα πάνω στα οποία πατούν οι Καρυάτιδες εφημερίδα Το Βήμα 30 Σεπτεμβρίου 2014)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free