Meaning of αναφωνώ | Babel Free
/a.na.foˈno/Ορισμοί
- εκφράζομαι επιφωνηματικά ή με μια-δυο λέξεις σαν να απευθύνομαι σε μια ανώτερη δύναμη ή να μονολογώ
- βγάζω δυνατή φωνή, επιφώνημα, κραυγή
Παραδείγματα
“Παναγία μου! αναφώνησε αηδιασμένος και σοκαρισμένος μόλις είδε...”
“Ωχ! αναφώνησε με το πρώτο γκολ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.