Conjugation of αναφωνώ
a.na.foˈnoεκφράζομαι επιφωνηματικά ή με μια-δυο λέξεις σαν να απευθύνομαι σε μια ανώτερη δύναμη ή να μονολογώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναφωνώ |
| εσύ | αναφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφωνεί |
| εμείς | αναφωνούμε |
| εσείς | αναφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφωνούν |
Παρατατικός
| εγώ | αναφωνούσα |
| εσύ | αναφωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφωνούσε |
| εμείς | αναφωνούσαμε |
| εσείς | αναφωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφωνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αναφώνησα |
| εσύ | αναφώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφώνησε |
| εμείς | αναφωνήσαμε |
| εσείς | αναφωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφώνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναφωνήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναφωνήσω |
| εσύ | αναφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφωνήσει |
| εμείς | αναφωνήσουμε |
| εσείς | αναφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφωνήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναφωνείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναφώνησε |
| εσείς | αναφωνήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναφωνήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.